Lalea

The most common words of a language

Choose the language you learn and the language of translation: the most common words with a picture, a translation, the meaning and examples.

  1. βάζωβάζωto put
  2. γυναίκαγυναίκαwoman
  3. δικόςδικόςown, belonging to
  4. σπίτισπίτιhouse
  5. λόγοςλόγοςreason
  6. επίσηςεπίσηςalso
  7. εκείεκείthere
  8. τελευταίοςτελευταίοςlast
  9. ποτέποτέnever
  10. όσοόσοas much as
  11. όπουόπουwhere
  12. αςlet
  13. πόσοςπόσοςhow much, how many
  14. μιλάωto speak
  15. τρειςthree
  16. πόληπόληcity
  17. περνάωπερνάωto pass
  18. κυβέρνησηκυβέρνησηgovernment
  19. περιοχήπεριοχήarea
  20. όνομαόνομαname
  21. τέλοςτέλοςend
  22. στιγμήστιγμήmoment
  23. εμείςεμείςwe
  24. καλύτεροςκαλύτεροςbetter
  25. τρόποςτρόποςway, manner
  26. μέσωμέσωvia, through
  27. αφήνωαφήνωto leave, to put down
  28. τίποτετίποτεnothing
  29. ιστορίαιστορίαhistory
  30. τελικόςτελικόςfinal
  31. θέμαθέμαtopic, subject
  32. απλόςαπλόςsimple
  33. έλληναςΈλληναςGreek man
  34. χρειάζομαιχρειάζομαιto need
  35. μεταξύμεταξύbetween
  36. σύμφωνοσύμφωνοpact
  37. εκείνοςεκείνοςthat one, he
  38. χάνωχάνωto lose
  39. πώςπώςhow
  40. καταλαβαίνωκαταλαβαίνωto understand
  41. εθνικόςεθνικόςnational
  42. έργοέργοwork
  43. σημαντικόςσημαντικόςimportant
  44. όσοςas much as
  45. πηγαίνωπηγαίνωto go
  46. σύστημασύστημαsystem
  47. πράγμαπράγμαthing
  48. κάτωκάτωdown, below
  49. έτοςέτοςyear
  50. σχέσησχέσηrelationship
  51. εκτόςεκτόςoutside
  52. μένωμένωto live, to reside
  53. τύποςτύποςguy, fellow
  54. πρόβλημαπρόβλημαproblem
  55. ζωζωto live
  56. στοιχείοστοιχείοelement, component
  57. δήμοςδήμοςmunicipality
  58. αρχήαρχήbeginning
  59. περιμένωπεριμένωto wait
  60. κύριοςκύριοςgentleman, sir
  61. φεύγωφεύγωto leave
  62. μήναςμήναςmonth
  63. βγαίνωβγαίνωto go out
  64. πρόεδροςπρόεδροςpresident
  65. πολιτικήπολιτικήpolitics
  66. πάλιπάλιagain
  67. δύναμηδύναμηstrength
  68. άτομοάτομοindividual, person
  69. φυσικόςφυσικόςnatural
  70. πίσωπίσωbehind, back
  71. μπαίνωμπαίνωto enter
  72. έωςuntil, up to
  73. μόλιςμόλιςjust, only just
  74. δουλειάδουλειάwork, job
  75. αγώναςαγώναςmatch, race
  76. δρόμοςδρόμοςstreet, road
  77. αρκετόςαρκετόςenough, sufficient
  78. αποτέλεσμααποτέλεσμαresult, outcome
  79. μέτρομέτροmeter
  80. βιβλίοβιβλίοbook
  81. εταιρείαεταιρείαcompany
  82. δεύτεροςδεύτεροςsecond
  83. αφούαφούafter
  84. επειδήεπειδήbecause
  85. λόγωλόγωdue to
  86. ξεκινάωto start
  87. μόνοςμόνοςalone
  88. τέτοιοςsuch
  89. αρχίζωαρχίζωto begin
  90. φαίνομαιφαίνομαιto be visible
  91. πολιτικόςπολιτικόςpolitician
  92. μέλοςμέλοςmember
  93. άγιοςάγιοςholy
  94. επόμενοςεπόμενοςnext
  95. αποτελώαποτελώto constitute
  96. νομίζωνομίζωto think
  97. παίζωπαίζωto play
  98. είδοςείδοςkind, type
  99. πιστεύωπιστεύωto believe
  100. ώστεso that
  101. ωραίοςωραίοςbeautiful, nice
  102. γενικόςγενικόςgeneral
  103. μαθαίνωμαθαίνωto learn
  104. γράφωγράφωto write
  105. κέντροκέντροcenter
  106. πατέραςπατέραςfather
  107. χέριχέριhand
  108. εκfrom, out of
  109. χώροςχώροςspace, place
  110. ακούωακούωto hear
  111. αγάπηαγάπηlove
  112. ήδηήδηalready
  113. ενin
  114. κοντάnear, close
  115. τρώωτρώωto eat
  116. όμορφοςόμορφοςbeautiful, handsome
  117. πεθαίνωπεθαίνωto die
  118. νερόνερόwater
  119. χρησιμοποιώχρησιμοποιώto use
  120. σχέδιοσχέδιοdrawing
  121. δηλαδήδηλαδήthat is
  122. μαμαbut
  123. συνέχειαcontinuation
  124. πραγματικόςreal
  125. κράτοςκράτοςstate
  126. οικογένειαοικογένειαfamily
  127. αναφέρωαναφέρωto mention
  128. καιρόςκαιρόςweather
  129. θεόςθεόςgod
  130. μάτιμάτιeye
  131. γιοςγιοςson
  132. φτάνωφτάνωto arrive
  133. ευρώευρώeuro
  134. ίσωςίσωςmaybe
  135. λοιπόνλοιπόνso, well
  136. ειδικόςειδικόςexpert
  137. αριθμόςαριθμόςnumber
  138. τμήμαpart, section
  139. οικονομικόςοικονομικόςcheap, economical
  140. αλλάζωαλλάζωto change
  141. λάθοςλάθοςmistake
  142. βράδυβράδυevening
  143. αρέσωto be liked
  144. έξωέξωoutside
  145. προσπαθώπροσπαθώto try
  146. διεθνήςδιεθνήςinternational
  147. σκέφτομαισκέφτομαιto think
  148. περίπουπερίπουapproximately
  149. άντραςman
  150. γνωρίζωγνωρίζωto know

How the lists are made and how to learn with them